Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Πώς φτάσαμε στον ξεριζωμό του Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης


(3 – 18 Οκτωβρίου 1922)
Από τον Στέφανο Παπαγεωργίου *
Στην κατεστραμμένη Σμύρνη που η πυρπόλησή της άρχισε στις 27 Αυγούστου 1922 από τους Τούρκους τσέτες του Κεμάλ και τελείωσε την 3η Σεπτεμβρίου, οι καπνοί αναδύονταν από τα καμένα σπίτια, καταστήματα, αποθήκες και ορθόδοξες εκκλησίες.
Μέχρι και τη νύχτα 6ης Σεπτεμβρίου στο λιμάνι του Τσεσμέ της Ερυθραίας τελείωσε η αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τα χώματα της Μικράς Ασίας και ταυτόχρονα την νύχτα αυτή τελείωσε οι τρισχιλιετείς παρουσία του Ελληνισμού στην Ιωνία.
Ο νέος Διοικητής της στρατιάς Μικράς Ασίας αρχιστράτηγος Γεώργιος Πολυμενάκος με όλο το επιτελείο της στρατιάς επάνω στο πλοίο «Κύκνος» ετοιμάζεται για αναχώρηση και ξαφνικά μέσα στην νύχτα ακούγεται ένα συγκλονιστικό παιάνισμα σάλπιγγας. Είναι το στρατιωτικό παιάνισμα της οπισθοχώρησης «αποχώρησης» του στρατού. Όλοι επάνω στο πλοίο δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους, δάκρυα λύπης, οδύνης, αγωνίας για την τύχη και το μέλλον αυτού του υπερήφανου αλλά προδομένου ελληνικού λαού, που κάποιοι ανεγκέφαλοι στρατιωτικοί και πολιτικοί έφεραν το διχασμό και την καταστροφή στην Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των πέντε θαλασσών της Συνθήκης των Σεβρών του Βενιζέλου. Θα έπρεπε τότε οι πολιτικοί να βρουν μια κοινή πλεύση και να προχωρήσουν ενωμένοι για το συμφέρον της πατρίδας.
Στις 26 Αυγούστου 1922, μια μέρα πριν την είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη, από το λιμάνι της Σμύρνης έφυγε παίρνοντας όλη την οικοσκευή του ο αρμοστής Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης. Έως να φτάσει στο βρετανικό καράβι που τον περίμενε, το πλήθος τον γιουχάιζε και τον καταριόταν για τα τόσα αδικαιολόγητα κακουργήματα που έφερε η τριετής παρουσία του στη Σμύρνη με την απαράδεκτη συμπεριφορά του στον ελληνισμό της Σμύρνης. Ο προβληματικός αυτός άνθρωπος που ήταν διορισμένος από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τους συμμάχους μας με την συνθήκη των Σεβρών πήρε μαζί του και όλο το αρχείο της αρμοστείας και με το βρετανικό πλοίο «Iron Duke» (Σιδερένιος δούκας), έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί με ρουμανικό εμπορικό πλοίο στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας. Μετά με τραίνο έφτασε στο Παρίσι για να καταλήξει στην Νίκαια της Γαλλίας όπου συνταξιοδοτούμενος από τις μυστικές υπηρεσίες της Αγγλίας πέθανε το 1950 σε ηλικία 89 ετών, χωρίς να επισκεφτεί την Ελλάδα μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Στη Νίκαια ο Πλαστήρας τον επισκέφτηκε πολλές φορές και μία ο Βενιζέλος ο οποίος σε γράμμα που του έστειλε στη Σμύρνη στις 23 Αυγούστου 1921 (στην ίδια επιστολή του αναγγέλλει και τον επικείμενο γάμο του με την Έλενα Σκυλίτση) του λέει: «… με ανησυχεί η προς Άγκυρα προέλαση διότι ενώ ουδέν οριστικό αποτέλεσμα δύναται να μας πορίσει και αυτή η κατάληψη της Άγκυρας, η απομάκρυνση από τις βάσεις μας, μας εξασθενίζει και μας εκθέτει σε κίνδυνο. Έπειτα δε ανησυχητική είναι η στάση της Γαλλίας, εχθρός προς ημάς σήμερον… »
Και πράγματι η Γαλλία με τον Φραγκλίνο Μπουγιόν που πήγε στην Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1921 έκανε συμφωνία με τον Κεμάλ για χορήγηση προς την Τουρκία μεγάλης ποσότητας στρατιωτικού υλικού, όπως όπλα, κανόνια, πολυβόλα και 400 φορτηγά αυτοκίνητα τύπου «Μπερλιέτ», καθώς και 170.000 στρατιωτικές στολές. Η Ιταλία έδωσε στον Κεμάλ άλλα 150 αυτοκίνητα φορτηγά τύπου «Φίατ» για τις μετακινήσεις του Τουρκικού στρατού.
Μετά την κατάρρευση του μετώπου της στρατιάς και την κατάληψη της Σμύρνης από τον Κεμάλ η κατάσταση του στρατού στα χώματα της Μικράς Ασίας ήταν προβληματική καθώς οι μεραρχίες άρχισαν να υποχωρούν αφήνοντας ποσότητες πολεμικού υλικού. Όσο μπορούσαν τα κατέστρεφαν για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Τραγικό ήταν και το συμβάν για το Α΄ και Β΄ σώμα στρατού όταν έφτασαν στο λιμάνι του Τσεσμέ της Ερυθραίας. Πριν επιβιβαστούν στα καράβια με ομαδικούς πυροβολισμούς σκότωσαν τα άλογα μπροστά στο λιμάνι για να μην τα πάρουν οι Τούρκοι.
Το Γ΄ σώμα στρατού αποτελούμενο από 4 μεραρχίες με έδρα το Εσκί Σεχίρ (Δορύλαιο) και διοικητή τον στρατηγό Σουμιλά Πέτρο (που κατείχε το βόρειο συγκρότημα της στρατιάς), είχε την ΧΙ μεραρχία, την ΙΙΙ, την Χ και την ανεξάρτητη μεραρχία καθώς και δυο συντάγματα πεζικού το 47ο και το 54ο . Ο Κλεάνθης Πουλαλάς αντιστράτηγος ε.α. που έλαβε μέρος στην μικρασιατική εκστρατείας στο β΄ σύνταγμα πεζικού μέχρι το 1920 και στη συνέχεια στην 1η μεραρχία, στο βιβλίου του «Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919 -22» και στη σελίδα 361 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 25 Αυγούστου 1922 έλαβαν διαταγή του νέου αρχιστράτηγου Πολυμενάκου να επιβιβαστούν στα πλοία που βρίσκονταν σε Μουδανιά και Κίο με προορισμό τη Ραιδεστό. Στις 5 Σεπτεμβρίου το Γ΄ σώμα στρατού με όλα το υλικό (πλην της ΧΙ μεραρχίας) εγκατέλειψε το έδαφος της Μικράς Ασίας και αποβιβάσθηκε στη Ραιδεστό της Ανατολική Θράκης με δύναμη 60.000 περίπου ανδρών.
Ο Κεμάλ θεωρώντας μετά από όλα αυτά ότι είναι πλέον κύριος της κατάστασης άρχισε να εκβιάζει τα πράγματα ζητώντας από τους συμμάχους της Αντάντ την αναθεώρηση της συνθήκης των Σεβρών και προς τούτο έστειλε μια μεραρχία προς την Κωνσταντινούπολη και μία προς τα Δαρδανέλια. Οι εκπρόσωποι της Γαλλίας, Αγγλίας και Ιταλίας προ της καταστάσεως αυτής ζήτησαν από τον Κεμάλ να γίνει διάσκεψη στα Μουδανιά στις 20 Σεπτεμβρίου 1922 κατ΄ απαίτηση των Τούρκων με σκοπό τον τερματισμό του πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και την παραχώρηση στην Τουρκία της Ανατολικής Θράκης που μέχρι τότε και για δύο χρόνια ήταν ενσωματωμένη στην Ελληνική επικράτεια. Μάλιστα είχε στο ελληνικό κοινοβούλιο 52 βουλευτές που ήταν όλοι βενιζελικοί, εκ των οποίων οι 30 ήταν Έλληνες, 20 Τούρκοι και 2 Αρμένιοι.
Η διάσκεψη των Μουδανιών άρχισε στις 20 Σεπτεμβρίου και τελείωσε την 1η Οκτωβρίου 1922 με τους Τούρκους να υπογράφουν την συνθήκη αμέσως στις 27/9 ενώ η επαναστατική κυβέρνηση της Ελλάδας με εκπρόσωπο τον υποστράτηγο Μαζαράκη και ως παρατηρητές τον αρχηγό της επανάστασης Πλαστήρα και τον Σαρριγιάννη και ως διερμηνέα τον ίλαρχο Φιλώτα Χατζηλάζαρο, υπέγραψαν την συνθήκη μετά από τηλεγράφημα του Βενιζέλου από το Παρίσι που προέτρεπε την επαναστατική κυβέρνηση να δεχθεί την συμφωνία της παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία μέχρι τον Έβρο ποταμό. Οι Τούρκοι ζητούσαν μέσω του τουρκικού τύπου και πολλών διαδηλώσεων Τούρκων πολιτών σε Κωνσταντινούπολη και Άγκυρα όλη τη Θράκη στα όρια του 1915, και επιπλέον χρηματική αποζημίωση.
Οι απαιτήσεις της Τουρκίας διευθετήθηκαν, τελικά, με την συνθήκη της Λωζάνης που άρχισε στις 8 Νοεμβρίου 1922 και τελείωσε στις 24 Ιουλίου 1923, κατά την οποία οριστικοποιήθηκαν και τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Η στρατιά της Θράκης και Μακεδονίας που είχε έδρα την Ραιδεστό της Καλλίπολης με διοικητή τον Κωνσταντίνο Νίδερ εξέδωσε διαταγή στις 3 Οκτωβρίου 1922 η οποία μεταξύ άλλων έλεγε: «Η άτραπος μοίρα μας επιβάλλει να εκκενώσουμε την Ανατολική Θράκη συμμορφούμενοι προς διαταγή Υπουργείου Στρατιωτικών. Το οδυνηρό καθήκον θα εκτελέσουμε αγέρωχοι με αξιοπρέπεια …. Δείξατε ότι είστε στρατιώτες πολιτισμένοι και πειθαρχικοί και ότι φέρεται με ψυχή και με ανδρική γαλήνη την διακύμανση ταύτη της τύχης. – 30 Σεπτεμβρίου 1922 – Νίδερ Κωνσταντίνος».
Η αποχώρηση του στρατού από την Ανατολική Θράκη ανάγκασε και την αποχώρηση του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Θράκης ως την 18η Οκτωβρίου 1922. Στο διάστημα αυτό των 15 ημερών το στρατηγείο της Θράκης από τη Ραιδεστό, μετακομίζει στην Αλεξανδρούπολη. Στο μεταξύ στις 30 Σεπτεμβρίου ο αναπληρωτής του γενικού διοικητή Θράκης Κ. Γεραγάς ανέλαβε να συντονίσει το έργο του ξεριζωμού του ελληνισμού.
Ο Κ. Γεραγάς περιγράφει την τραγική πορεία ξεριζωμού λέγοντας ότι για πολλές ημέρες η αμαξιτή οδός αρκαδιουπόλεως και πολύ πέρα αυτής καλύπτονταν από συνεχής σειρά αραμπάδων εκ των οποίων έκαστος κατά κανόνα μετέφερε ανά μια οικογένεια με τα των ακινήτων της. Συγκλονιστικές σκηνές εξελίσσονταν ανάμεσα σε φίλους και γείτονες Έλληνες και Τούρκους, οι οποίοι αγκαλιασμένοι αποχωρίζονταν. Σε άλλες περιπτώσεις οι Έλληνες έκαιγαν τα σπίτια και τα καταστήματά τους για να μη λεηλατηθούν από τους Τούρκους.
Η παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στους Τούρκους ήταν παράλογη. Ο τόπος αυτός παραχωρήθηκε στην Ελλάδα με την Συνθήκη των Σεβρών και κανένας δεν είχε δικαίωμα να την αποσπάσει από την Ελλάδα. Δεν θα έπρεπε να δεχτεί η επαναστατική κυβέρνηση την συνθήκη των Μουδανιών και ίσως είχε δίκιο ο στρατηγός Φράγκος που είπε στον Πλαστήρα στην Χίο να μην πάει ο στρατός στην Αθήνα αλλά στην Ανατολική Θράκη για να εδραιώσει τα σύνορα της Ελλάδας.
Ας μην ξεχνούμε, όμως, ότι οι διώξεις των Θρακών χρονολογούνταν από τα τέλη του 1912 λόγω της βουλγαρικής τρομοκρατίας και κορυφώθηκαν ήδη το 1913 για να συνεχιστούν από τους Νεότουρκους, οι οποίοι υποστήριζαν τις μετακινήσεις των Τούρκων της Μακεδονίας και της Ηπείρου για να δικαιολογήσουν και τον εκπατρισμό των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας. Οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης ήταν οι πρώτοι αλύτρωτοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας και υπέστησαν νωρίτερα από τους Μικρασιάτες και τους Ποντίους τις βουλγαρικές και τουρκικές διώξεις εξαιτίας και των βαλκανικών πολέμων.
Για το δράμα της Ανατολικής Θράκης περιγράφει με θλίψη ο Κώστας Γεραγάς: «Δεν ήταν μόνο οι προσωπικές περιουσίες που χάνονταν, ήταν οι απέραντες και γόνιμες πεδιάδες, οι πράσινες θάλασσες των αμπελιών, τα πλούσια αρχοντόσπιτα, τα επιβλητικά κοινοτικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα ατέλειωτα θρακικά δημητριακά, των οποίων ενώ είχε παραχωρηθεί στην Εθνική Τράπεζα το προνόμιο της εξαγοράς μεγάλου μέρους τους, τελικά και εκείνα εγκαταλείφθηκαν σχεδόν όλα».
Από μαρτυρία του στρατηγού Μαζαράκη που ήταν πρωταγωνιστής της απελευθέρωσης της Θράκης το 1920 αλλά και επί κεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπίας στη Διάσκεψη των Μουδανιών παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα. «… Εδήλωσα αμέσως ότι το κείμενον τούτο προδικάζει την συνθήκην της ειρήνης, ότι εγώ ήλθον δια να συζητήσω περί ανακωχής και όχι δια να ακούσω την άμεσον κατάληψιν της Θράκης υπό των Τούρκων και ότι υπό τοιούτους όρους θεωρώ τούτο απαράδεκτον και ούτε οδηγίας τοιαύτας έχω, ούτε καν θέλω να λάβω γνώσιν. Κατά την διεξαχθείσαν συζήτησιν ο Γάλλος αντιπρόσωπος στρατηγός Σαρπύ εζήτει με νευρικότητα και εκβιαστικώς να μας πιέση εις άμεσον αποδοχήν των πάντων, επισείων τους κινδύνους της παρελκύσεως, αφού δήθεν οι σύμμαχοι ανέλαβον να πείσουν τον Κεμάλ να μη διαπεραιωθή εις Ευρώπην και μας καταδιώξη και παρεχώρησαν εις αυτόν την Θράκην, η οποία παραχώρησις είναι οριστική. …
…. Προκειμένου, επαναλαμβάνω, δια τόσον μεγάλον έπαθλον όπως η Θράκη, ήξιζε τον κόπον να μεταχειρισθή η Ελλάς όλα τα μέσα δια να την κρατήση, φθάνουσα μέχρι του τελευταίου σημείου, όπου θα έβλεπε πλέον ότι η αντίστασίς της ήτο άσκοπος και εγέννα δεινοτέρους κινδύνους…
… Νομίζω λοιπόν ότι και ο Βενιζέλος εν Παρισίοις και η επανάστασις εν Αθήναις έσπευσαν πολύ, χάσαντες απ’ αρχής κάθε ελπίδα, να αποδεχθούν την εκκένωσιν της Ανατολικής Θράκης….»
Η εκκένωση της Ανατολικής Θράκης σήμαινε τη μετακίνηση των 260.000 Θρακών προσφύγων με την οικοσκευή τους και μέρος της σοδειάς τους, την αποχώρηση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων που τον προηγούμενο μήνα είχαν καταφύγει από τη Μικρά Ασία στη Θράκη και επιπλέον τη μετακίνηση Αρμενίων, Κιρκασίων αλλά και Τούρκων αντικεμαλικών των οποίων ο αριθμός δεν είναι γνωστός. Τη μετακίνηση συμπλήρωσε η αποχώρηση 70.000 περίπου στρατιωτών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν δυτικά του Έβρου. Μετακινήθηκαν προς δυτικά πάνω από 400.000 άτομα μέσα σε ένα εικοσαήμερο μόνο από την Ανατολική Θράκη.
Βιβλιογραφία
1. «Η μικρασιατική εκστρατεία 1919-1922, Αντιστρατήγου ε.α. Κλεάνθη Μπουλαλά, Αθήνα, 1959
2. Ιστορικά «Ελευθεροτυπίας», τόμος 5, τεύχος 46 (σελίδα 39), Αθήνα, 2000
3. «Έκθεσις της πολεμικής ιστορίας των Ελλήνων» (σελίδα 484)Εκδοτική Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα, 1970
4. «Το Βήμα» 90 χρόνια, τόμος Α΄ 1922-1931 (σελίδα 70), Αθήνα, 2012
5. Θεοφάνης Μαλκίδης, «Η γενοκτονία των Ελλήνων – Θράκη – Μικρά Ασία – Πόντος» (σελίδες 77,79,81), εκδ. Γόρδιος, Αθήνα, 2015
* Ο Στέφανος Παπαγεωργίου είναι τεχνολόγος μηχανικός – ιστορικός μελετητής