Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

23 Αυγούστου 1922 – Η τελευταία ημέρα της Περάμου



SANTALA PERAMOS
Ενα τσαλακωμένο και μουσκεμένο από τον ιδρώτα γράμμα  που είχε στον κόρφο του ο καϊκτσής, έφτασε το απόγευμα της 25ης Αυγούστου 1922 στον Γιάννη Δεσύλλα-Περαμιώτη στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης. Ηταν σταλμένο από την Δημογεροντία της Περάμου και απευθυνόταν  στον Σύνδεσμο Περαμίων της Πόλης.
Το παραθέτουμε αυτούσιο:
Εν Περάμω τη 23 Αυγούστου 1922
Προς το αξιότιμον ΔΣ του εν Κωνσταντινουπόλει Ανορθωτικού Συνδέσμου των Περαμίων.
Αγαπητοί Συμπατριώται
Ο κίνδυνος της απωλείας ημών επέστη. Το Βαληκεσέρ καίεται. Η επριοχή περιήλθεν εις χείραν του εχθρού.Η Πάνορμος κενούται. Αι αρχαί απεχώρησαν.Ουδεμία ελπίς υπάρχει. Η σωτηρία μας έγκειται εν τη φυγή μόνη. Πως όμως να φύγωμεν; Εχομεν ανάγκην ατμοπλοίου αμέσως. Αμ τη λήψει της παρούσης, σπεύσατε, ναυλώσατε κατάλληλον ατμόπλοιον και στείλατε να μας παραλάβει να σωθώμεν της σφαγής. Στέλλομεν επί τούτου καίκι.
Σπεύσατε. Πάσα αναβολή ή αδιαφορία θα φέρει την καταστροφήν.Σπεύσατε, άλλως τετέλεσται.
Εχομεν τετρακοσίας λίρας εις χείρας μας.
Υπογραφαί: Φώτιος Μανίτσας, Ευστράτιος Χρυσοβέργης, Στέφανος Χατζησυμεών, Δημοσθένης Σπεράντζας, Δημήτρης Μαλκότσης, Θεοδόσης Ράπτης, Ευστ. Γ. Τζιρίνης, Παναγιώτης Καπλανίδης, Θ. Μαυρομάτης, Δημ. Μαραγγός, Νικόλαος Ράπτης, Ιωάννης Κούρτζας και Ιωάννης Ράπτης ο Γραμματέας της Δημογεροντίας.
Δεν έμενε καιρός για συζήτηση, έπρεπε να βρεθεί αμέσως βαπόρι για να σώσει το χωριό που αριθμούσε 2000 ψυχές  (τόσοι είχαν απομείνει από τις 4000 που είχε πριν από τη μεγάλη φωτιά του 1915 και στον πρωτο διωγμό του Βαληκεσέρ).
Ας δούμε την ανίδραση των Περαμίων της Πόλης, όπως τη διηγήθηκε αργότερα ο Σεραφείμ Ψύχας  στη Νέα Πέραμο:
Αρχίσαμεν λοιπόν να τρέχωμεν σαν τρελλοί να εύρωμεν το πλοίο δια να παμε να τους σώσωμεν. Η φανερωμένη μας εβοήθησε και βρήκαμε ένα φορτηγό 1500 τόνων της εταιρείας Ταιργιάζου και Καλλία, που ονομαζόταν Κάβελπαρκ. Το πλοίο άρχισε να παίρνει κάρβουνα στις 26 Αυγούστου και την επομένην ο υποφαινόμενος μαζί με τον Θεόδωρον Μπουμπούλια και τον μακαρίτην Δημήτριον Κυριακίδην τον αρχιτέκτονα, μπαρκάρουμε στις τρεις η ώρα για την Πέραμον.πρώτος πλοίαρχος ήταν ο Αγγλος Τζόνσον – το πλοίο είχε αγγλική σημαία- ο δεύτερος και ο τρίτος ήσαν Ελληνες.
Μόλις αλαργώσαμε 4-5 μίλια από το Σαράι μπορνού, ο πλοίαρχος μας εκάλεσε στη γέφυρα και μας άνοιξε ένα σφραγισμένο φάκελο. Εχω εντολή μας λέγει,  από τη Ναυτική Βάση της Πόλης, να ακολουθήσω τις οδηγίες σας, θα παμε όπου μας πείτε.
Κατά τις 10 τη νύχτα βλέπαμε το πλοίο να κανει στροφή πίσω προς στην Πόλη. Φανταστείτε την αγωνία μας.Τρέχομε στη γέφυρα και ρωτούμε ανήσυχοι τι συμβαίνει. Ο πλοίαρχος μας εξηγεί ότι πλησιάζουμε στον κόλπο της Πανόρμου και δεν επιτρέπεται να μπούμε νύχτα γιατι μπορεί να μας βάλουν. Ετσι κάναμε βόλτες πίσω μπρος ώσπου έφεξε καλά και μπήκαμε στο λιμάνι της Περάμου.
Αλλά τι ήταν εκείνο που αντικρύσαμε. Ολος ο πληθυσμός του χωριού με τα ρούχα ντεκιασμένα να στεκεται όρθιος στο παραθαλάσσιο όπου ξεροστάλιαζε επί πέντε μερόνυχτα καρτερώντας το καράβι της σωτηρίας. Οταν μας είδαν εγονάτισαν όλοι και προσεύχονταν με σπαρακτικούς λυγμούς. Ολα τα καίκια, τα ψαράδικα κι οι βάρκες ανοίτηκαν με μιας και περικύκλωσαν το βαπόρι.
Μόλις βγήκαμε έξω η πρώτη μας ερώτησι ήταν που βρίσκονταν το εικόνισμα της Φανερωμένης. Ηταν η πρώτη και μεγάλη εντολή από την Διοίκηση του Συνδέσμου να σώσουμε το Εικόνισμα. Μας πληροφόρησαν ότι από την προηγούεμνη ημέρα ο Ηγούμενος της Μονής, πήρε το εικόνισμα και από τη Λαγκάδα έγυγε για τη Πόλη.
Αρχίσαμε τότε να φορτώνουμε. Πρώτα βάλαμε στο βάθος του αμπαριού τα χονδρά εμπορεύματα, στάρι από τη φάμπρικα του Ταλιαντζή και τα εξαρτήματα της μηχανής του Μύλου. Τα βαριά κομμάτι ακαθώς και η μηχανή μείναν όλα εκεί. Υστερα στοιβάζουμε τα βαρέλια, τις σάλτσες – ήτνα η εποχή της σοδιάς- σακιά με κριθάρια κι ότι άλλο ήταν συσκευασμένο.
Αυτά εγιναν τις τρείς πρώτες μέρες.Κατόπιν αφού εφορτώψσαμεν το ρουχισμό ήρθε η σειρά να μπουν και οι κάτοικοι. Μας ειδοποιούν ότι υπάρχουν εξι λεχούσες. Σταματάμε την επιβίβαση και τακτοποιούμε πρώτα τις λεχούσες όσο μπορούσαμε καλύτερα. Για να βάλουμε μια τάξη στην επιβίβαση κανονίσαμε σειρά και βάλαμε τον Βασίλη Βούλγαρη επικεφαλής. Σε τέτοιες ώρες πως να συγκρατηγθεί όλος αυτός ο εξαλλος κόσμος;  Για μια στιγμή που κάποιο καίκι θέλησε να σπάσει τη σειρά, ο Βασίλης αναγκάστηκε να ρίξει δυο τουφεκιές στον αέρα για να σταματήσει το κακό, αλλιώς  θα είχαμε πνιγμούς.
Οταν οι μισοί από τους κατοίκους είχαν επιβιβασθεί, εμείς δλδ η Επιτροπή, μαζί με τους δύο Ελληνας πλοιάρχους βγήκαμε έξω. Πήραμε βόλτας τις εκκλησίες και μαζεύαμε τα εικονίσματα. Στον Αι Νικόλα του Σχολείου ήταν τρια καραβάκια αφιερώματα κρεμασμένα, όπως θα θυμούνται οι παλιοί. Τα δώσαμε με όλη μας την καρδιά στον πλοίαρχο τον καπετάν Νικόλα από το Μυριόφυτο που μας τα ζήτησε.
Την έκτη μέρα σαλπάραμε. Ολα τα ζωντανά τα αφήκαμε στο χωριό με σκοπό να ξαναγυρίσωμε και να τα πάρωμε σε δεύτερο ταξίδι αν μας δινόταν ο  καιρός.
Εβγήκαμε από τον κάβο της Καψάλας και τραβήξαμε κατά τον Μαρμαρά. Οι χωριανοί όλοι ήθελαν να τους βγάλωμε στη Συλυβριά, για να ναι πιο κοντά στην Πόλη. Εμεί ςόμως είχαμ επάρει διαταγή από τον Ταβουλάρη, στρατιωτικό διοικητή της Πανόρμου, ν απάμε όσο μπορούμε μακρύτερα. Η εντολή ήταν μυστική και αναγκαστήκαμε να γελάσωμε τους συμπατριώτες μας. Το πρωί ξημερωθήκαμε στο Μυριόφυτο. Δεν μπορούσαμε πια να αλλάξουμε πορεία, έπρπε να αποβιβαστούμε εκεί που είμαστε. Βγαίνουμε έξω η Επιτροπή και πάμε στο Διοικητή να πάρουμε την άδεια για την αποβίβαση. Ο διοικητής με κανένα τρόπο δεν δεχόταν να μας στεγάσει. Δεν ξέρωμε τι διαταγές είχε και σε τι απέβλεπαν όλα αυτά. Το γεγονός είναι ότι μας φέρθηκε άστοργα για να μην πω απάνθρωπα. Αναγκαστήκαμε να του δηλώσωμε ότι εμείς θα αποβιβάσουμε κι αν μας εμποδίσει με τους χωροφύλακες τότε κι εμείς θα τους χτυπήσωμε με τα όπλα που είχαμε μαζί μας του εθελοντικού λόχου της Περάμου κι ότι βρέξει.
Για καλή μας τύχη την ώρα που βγαίναμε από το διοικητήριο συναντήσαμε τον Ομηρο Πρωτοψάλτη, μεγαλέμπορο κρασιών και σημαίνοντα παράγοντα του Μυριοφύτου. Οταν άκουσε πως το βαπόρι είχε μέσα πρόσφυγες της Περάμου και πως ο διοικητής δεν επέτρεπε την αποβίβαση γιατι δεν είχε τάχα χώρο να τους στεγάσει, μας εδήλωσε αμέσως με αυθόρμητη συγκίνηση πως οι απποθήκες του ήταν αρκετές να χωρέσουν όλο αυτόν τον κόσμο. Ετσι άρχισε ομαλά η αποβίαβση και βολευτήακμε όπως όπως στις δυό μεγάλες κρασαποθήκες του Πρωτοψάλτη. Ηταν άλλωστε καλοκαίρι και πολλοί προτίμησαν να μείνουν έξω στην ακρογιαλιά. Την ίδια εκέινη ημέρα πέθανε και η Παναγιώτα η ηλικιωμένη σύζυγος του Γιακίμαγα. Δεν μπορούσε να αντέξει στις κακουχίες του ταξιδιού.
Η αποβίβαση και το ξεφόρτωμα βάσταξε τρείς ολόκληρες μέρες. Θα αργούσε ακόμη πιο πολύ αν δεν έιχαμε μαζί μας τα καίκια του Ταλιαντζή που τα φέραμε μαζί μας δεμένα πίσω από το βαπόρι.
Γυρίζωμε τώρα να πάρωμε τα ζώα που τα είχαμε αφήσει πίσω στο χωριό. Στο δρόμο μας συναντάμε ενα υπερωκεάνειο δικό μας πιθανά τον Βασιλέα Αλέξανδρο που τραβούσε προς τα στενά του Τσανάκαλε. Οταν μπήκαμε στα νερά τα δικά μας έιδαμε αντίκρυ στην Πάνορμο, ένα πολεμικό δικό μας που υπεστήριζε την επιβίβαση του στρατού μας. Φτάνουμε στο χωριό το απόγευμα. Τα ζώα ήταν αραδιασμένα στην παραλία μαζί με τους ανθρώπους που είχαμε αφήσει εκεί οπλισμένους να τα φροντίζουν.Αρχίσαμε αμέσως το φόρτωμα. Δεμένα πίσω από τα καίκια, έρχονταν πίσω στα ανοιχτά στο βαπόρι και με το βίντσι ένα ένα τα σήκωναν και τα τοποθετούσαν στο κατάστρωμα.
Τη νύχτα ήταν αδύνατο να συνεχίσουμε γιατί βγήκε βοριαδάκι. Τα χαράματα ξαναρχίσαμε με τον ίδιο τρόπο. Μέσα στα ζώα ήταν και δέκα άλογα του στρατού. Τα πήραμε μαζί με τους στρατιώτες. Το κατάστρωμα είχε πια γεμίσει όλτελα, δεν χώραγε άλλο. Αναγκαστήκαμε να παρατήσουμε στο χωριό καμιά δεκαριά μεγάλα ζώα, αγελάδες και βόδια και αρκετά υποζύγια.
Κάνω το σταυρό μου κι αφού γυρίζω κι αποχαιρετώ το αγαπημένο μου χωριό, μαπίνω μόσνος στη βάρκα που είχα κρατήσει τελευταίος για μένα.
…Είμαι το τελευταίο ποδάρι που πάτησε στο χώμ ατης Περάμου, γλυκό μου χωριό δεν θα σε ξαναδώ…
Δεν βλέπω πια μπροστά μου. Μηχανικά ανεβαίνω στο βαπόρι με μάτια βουρκωμένα, αφού αποχαιρέτησα τον προσφιλέστερο μου νεκρό… Αλλά θεέ μου δώσε μου δύναμη να συνεχίσω την ιστορία μου γι αυτό που είδα τελευταία.
Οταν δέθηκαν πια τα καίκια και η βάρκα και το βαπόρι άρχισε να ξεκινά, τότε όλα τα ζώα που είχαν μείνει στο γυαλό, νιώθωντας ότι εγκαταλείπονται οριστικά, αρχινάνε ένα άγριο βέλασμα και ρίχνονται στη θάλασσα, πλέοντας προς το βαπόρι. Με τις άναρθρες φωνές τους μας εκλιπαρούσαν να τα πάρουμε. Το άγριο μουγκριτό μας ανατρίχιαζε όλους. Η καρδιά μας δεν αντέχει άλλο, πάει να σπάσει.
Με αναφιλητά αποχαιρετούμε το αγαπημένο μας χωριό και το βαπόρι μακραίνει και πάει. Οταν πια στρίψαμε από την Καψάλα,  χάθηκε ολότελα από τα μάτια μας και το χωριό και τα βουνά και η θάλασσα του.
Εδώ σταματά η συγκλονιστική αφήγηση του Γαβριήλ Ψύχα. Ετσι ανήμερα στη μεγάλη γιορτή της Παναγίας στις 23 Αυγούστου, όπου άλοτε χαλούσε ο κόσμος από το τραγούδι και τους χορούς, τα σφυρίγματα των βαποριών που κουβαλούσαν χιλιάδες προσκυνητές  στο μεγάλο πανηγύρι, αυτή τη σημαντική ημέρα διάλεξε η μοίρα για να φωνάξει σαν το Χριστό πάνω στο σταυρό, την τελευταία της λέξη η Πέραμος… Τετέλεσται…
Το κείμενο είναι του Γέωργιου Αυγερινού και γράφτηκε τον Αύγουστο του 1962 στα Μαρμαρινά Νέα.
ΔΠ

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Η άδοξη εκστρατεία στην Ουκρανία του 1919

ekstrateia oukrania
Η ελληνική συμμετοχή στην επιχείρηση ανατροπής των μπολσεβίκων το 1919 όπως την κατέγραψε ο στρατιωτικός γιατρός Νικόλαος Σμπαρούνης
Είναι ελάχιστα γνωστό, γιατί δεν αποτελεί στιγμή δόξας για την Ελλάδα και άρα η επίσημη Ιστορία το υποβαθμίζει, ότι το 1919, δηλαδή πριν από 95 χρόνια, ο ελληνικός στρατός εκστράτευσε μαζί με γαλλικά και άλλα στρατεύματα στη Ρωσία για να συμβάλει στην ανατροπή των μπολσεβίκων, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Συνολικά 15 χώρες συμμετείχαν στο εκστρατευτικό σώμα που εισέβαλε στη Ρωσία. Τότε η ελληνική στρατιωτική αποστολή δεν είχε υποβοηθητικό ρόλο, όπως συνέβη με την πιο πρόσφατη συμμετοχή της Ελλάδας σε διεθνείς παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή μετά το 1990.
Στο πλαίσιο της πολιτικής της «Μεγάλης Ιδέας», κρίθηκε ότι η Ελλάδα θα εξυπηρετούσε τα δικά της μεταγενέστερα σχέδια στη Μικρά Ασία, εφόσον συμμετείχε δυναμικά στην κατά κύριο λόγο γαλλική πρωτοβουλία εισβολής στη Ρωσία. Ετσι το πρώτο πεντάμηνο του 1919 περισσότεροι από 23.000 Ελληνες πολέμησαν εναντίον των μπολσεβίκων στην Ουκρανία, που τότε ανήκε στη Ρωσία. Τα ελληνικά και τα υπόλοιπα συμμαχικά στρατεύματα ηττήθηκαν κατά κράτος, με μεγάλες απώλειες. Ο γιατρός Νικόλαος Σμπαρούνης (1888-1966), γνωστός στους παλιούς Αθηναίους λόγω της «Κλινικής Σμπαρούνη» που ίδρυσε ο ίδιος το 1941, υπηρετούσε τότε στον στρατό ως επίατρος και κρατούσε προσωπικό ημερολόγιο της ελληνικής εκστρατείας.
Πατριωτικός επαγγελματισμός
Συνοδευόμενο από την πολύ κατατοπιστική εισαγωγή της Ιωάννας Παπαθανασίου, το ημερολόγιο περιλαμβάνει καταγραφές από την ημέρα που το πλοίο στο οποίο επιβαίνει ο Σμπαρούνης ξεκινά για την Οδησσό ως την ημέρα κατά την οποία, μετά την ήττα, ο ίδιος επιβιβάζεται στο πλοίο της επιστροφής. Στις ημερολογιακές καταγραφές του ο Σμπαρούνης, παρότι ο ίδιος μάλλον ήταν βενιζελικός, δεν αναφέρεται καθόλου στην τότε κοχλάζουσα διαμάχη βενιζελικών – αντιβενιζελικών ούτε σχολιάζει την απόφαση της κυβέρνησης Βενιζέλου να εμπλέξει την Ελλάδα σε τέταρτο πόλεμο, μετά τους δύο Βαλκανικούς και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε διάστημα μικρότερο της δεκαετίας. Σημειώνει αριθμούς κλινών, ώρες άφιξης και αναχώρησης, συναντήσεις με συναδέλφους του στρατιωτικούς γιατρούς. Δεν κρίνει ούτε επικρίνει τίποτε και κανέναν, ακόμα και όταν είναι προφανές, με βάση τον αυξανόμενο αριθμό εισαγωγών στο στρατιωτικό νοσοκομείο, ότι η εκστρατεία κατά των μπολσεβίκων οδηγείται σε οικτρή αποτυχία.
Υπάρχει ωστόσο στην αρχή του ημερολογίου, όταν ο συγγραφέας είναι εν πλω προς την Οδησσό, μια διαφαινόμενη αισιοδοξία, στηριγμένη στην πολεμική εμπειρία του ελληνικού στρατού και στην εικόνα της Ελλάδας ως περιφερειακής δύναμης η οποία συμμετέχει ως ισότιμος εταίρος σε συμμαχικές πρωτοβουλίες. Στο τέλος του ημερολογίου, παρά το συγκρατημένο ύφος των σημειώσεων του Σμπαρούνη, διακρίνει κανείς στο κείμενο μια υπόκωφη απορία για την αποτυχία της εκστρατείας στην Ουκρανία.
Εκτός από τις καταγραφές κάθε ημέρας, η Παπαθανασίου έχει συλλέξει ημερήσιες διαταγές που εξέδιδε ο Σμπαρούνης ως διοικητής στρατιωτικού νοσοκομείου, εκτενείς αναφορές του προς προϊσταμένους του και έναν επικήδειο λόγο του σε κηδεία έλληνα στρατιώτη στην Οδησσό. Αυτές οι ομιλίες του Σμπαρούνη έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις ημερολογιακές σημειώσεις του. Μέριμνά του, όταν απευθύνεται στους στρατιώτες, είναι να πείσει ότι η συμμετοχή των Ελλήνων στην εκστρατεία δεν παρακινείται από διάθεση παλινόρθωσης του τσάρου ούτε επιθετικότητα κατά των Ρώσων, αλλά από την εκτίμηση ότι μετά το 1917 την επανάσταση των μπολσεβίκων διαδέχθηκε η αναρχία. Σκεπτόμενος ότι ίσως αυτό ήταν ελάχιστα πειστικό επιχείρημα, ο Σμπαρούνης προσθέτει πως «η εκστρατεία μέλλει να… συντελέσει σπουδαίως εις την πραγματοποίησιν των εθνικών μας ιδεωδών». Σε τουλάχιστον δύο ομιλίες του ο Σμπαρούνης προσπαθεί να εμπνεύσει τους ακροατές του θυμίζοντάς τους ότι απώτερος σκοπός ήταν να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί η λειτουργία στην Αγια-Σοφιά, η οποία διακόπηκε κατά την άλωση της Πόλης το 1453.
Η Μεγάλη Ιδέα
Για ικανούς επαγγελματίες σαν τον Σμπαρούνη οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα φαίνεται ότι ήταν μια δυσανάγνωστη εποχή. Εμφορούμενοι από τον εθνικισμό της Μεγάλης Ιδέας, πολλοί αξιωματικοί, διπλωμάτες και άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι της εποχής διάβαζαν την ταχύτατα μεταβαλλόμενη πραγματικότητα εκείνης της περιόδου μέσα από ένα αρκετά αντιφατικό ερμηνευτικό πλαίσιο. Το ερμηνευτικό πλαίσιο του Σμπαρούνη αποτελούνταν από την πίστη προς την πατρίδα, τις προδιαγραφές του επαγγέλματος (του αξιωματικού και στρατιωτικού γιατρού) και την υπακοή στην ιεραρχία. Τα πράγματα περιπλέκονταν και οι αντιφάσεις της ανάγνωσης των εξελίξεων έβγαιναν στην επιφάνεια όταν ο επαγγελματισμός του Σμπαρούνη δεν αρκούσε για να αντιμετωπιστεί μια απροσδόκητη κατάσταση, όπως π.χ. η υποχώρηση από την Οδησσό με βιαστική διακομιδή τραυματιών και εγκατάλειψη νοσοκομειακού υλικού. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε κανείς, προφανώς εκ των υστέρων, να θεωρήσει την απόφαση για συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία στη Ρωσία ως προμήνυμα «μυρίων κακών», δηλαδή της καταστροφής που επακολούθησε λίγα χρόνια μετά στη Μικρά Ασία.
Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος
Νικόλαος Σμπαρούνης- Τρίκορφος
Ημερολόγιον της εις Ρωσσίαν εκστρατείας
Εισαγωγή, μεταγραφή κειμένου, επιμέλεια: Ιωάννα Παπαθανασίου. 
Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2013,
ΦΩΤΟ: Έλληνες στρατιώτες που συμμετείχαν στην εκστρατεία στην Ουκρανία
Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

ΚΟΠΗ ΠΙΤΑΣ 2016

ΜΕ  ΜΕΓΑΛΗ  ΕΠΙΤΥΧΙΑ  ΚΑΙ ΠΛΗΘΟΣ  ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΚΑΙ ΦΙΛΩΝ  ΤΗΣ ΝΕΑΣ  ΜΕΝΕΜΕΝΗΣ ΕΓΙΝΕ  Η ΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΙΤΑΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΑΣ ΤΗΝ  ΚΥΡΙΑΚΗ 07-02-2016  ΣΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΜΑΣ.
ΜΑΣ ΤΙΜΗΣΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ Ο ΕΠΙΤΙΜΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΕΕΣΣ Κ.ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Κ.ΑΡΓΥΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ Κ. ΠΡΩΤΟΝΟΤΑΡΙΟΥ ΝΙΚΗ, ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΠΙΚΟΥΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥΣ ,Κ.ΜΑΡΙΑ  ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ ΚΑΙ Κ.ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ . ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΛΛΟΓΟ ΕΚΦΡΑΣΗ Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ K.  ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΣΟΥΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΑ  ΜΕΛΗ.
Η ΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΙΤΑΣ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΕΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΕΝΕΜΕΝΗΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΜΕ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΗ.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΙΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ  ΚΕΡΑΣΜΑΤΑ  Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΛΑΒΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΕ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ  ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΕ ΤΟΝ Κ.ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΩΡΕΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ Κ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ   ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΣΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΤΗΣ. ΕΠΙΣΗΣ  ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΕ   ΣΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ  ΜΑΣ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ   ΟΛΟΥΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΙΜΗΣΑΝ ΚΑΙ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ  ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΛΗ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ .